Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Ο Μιχάλης μου

Ο Μιχάλης γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα ορεινό χωριό των Σφακίων, που πιο ψηλά δεν πάει. Μοναχογιός μιας πολύτεκνης οικογένειας, ο πατέρας του είχε το καφενείο του χωριού και θα ήταν ευκατάστατος αν δεν έπαιζε τα κέρδη του στα ζάρια. Κρητική μαγκιά βλέπετε…

Ο Μιχάλης από πολύ μικρός έμπλεξε με τα ναρκωτικά. Ήταν το αγόρι της οικογένειας που συναναστρέφονταν με τους μουστακαλήδες Σφακιανούς στο καφενείο του μπαμπά του, οι οποίοι στις μαδάρες πέρα από αιγοπρόβατα, καλλιεργούσαν και ‘χορταράκι’. Δεν κάπνιζαν ποτέ, απλά εμπορεύονταν και τα κέρδη τους τα επένδυαν στον τουρισμό. Άλλωστε σε αυτά τα χωριά, ποιος τολμά να ρωτήσει ‘Πόθεν Έσχες;’, δεν θα προλάβει καν να δει ποιο απ’ όλα τα κουμπούρια τον αποτελείωσε.

 Ο Μιχάλης αρχικά παρασύρθηκε κι έγινε βαποράκι. Κάπνιζε βέβαια, γιατί ήταν άντρακλας, βαρύς κι ασήκωτος Σφακιανός. Έτσι του είπανε τουλάχιστον. Κι εκείνος τους πίστεψε. Και πηγαινοερχόταν Κρήτη-Αθήνα σε λουξ καμπίνες, κατέβαινε από το αεροπλάνο με τις υπερπολυτελείς βαλίτσες του και με εκείνο το φοβερό χαμόγελο. Λάμπανε τα μουστάκια του. Ήταν κι ωραίος άντρας…

 Τον θέλανε όλες οι γυναίκες γιατί ήταν ψηλός και λεβέντης, όμως η ‘αρρώστια’ του ήταν κακιά και τον οδηγούσε στα πιο συφιλιασμένα στέκια στα πέριξ της Ομόνοιας, ψάχνοντας να βρει τον πληρωμένο έρωτα. 

Και τον έβρισκε, κάπου εκεί, πριν ή μετά τη δόση του, μετά το εμπόρευμα που ανέβαζε από κάτω, το Σφακιανό πράμα, το ‘καλό’.

Κι εκεί έβρισκε και την ηπατίτιδα β που τον κρατούσε μήνες με πυρετό σε κάποιο νοσοκομείο ή κέντρο υγείας, ανάλογα με το που βρίσκονταν κάθε φορά, να ψήνεται, να ιδρώνει, κι οι αδερφές του από πάνω του να κλαίνε, να στενοχωριούνται, χωρίς ποτέ να τον αφήσουν στιγμή μόνο του. 

Κάθε φορά μετά από μια μεγάλη περίοδο ταλαιπωρίας από την αρρώστια, βάζανε κάποιο μέσο για να μπει σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης. Το ήθελε κι ο ίδιος. Κι όσο ήταν στο πρόγραμμα ήταν ‘καθαρός’, δεν μπορούσε άλλωστε να κάνει διαφορετικά. Ανεβοκατέβαινε 3 φορές τη βδομάδα από το χωριό στα Χανιά για να δει τη μάνα του. Κι εκείνη η καημένη απλά προσεύχονταν. Ποτέ όμως δεν τον άφησε στο δρόμο, τα ήξερε όλα από την αρχή όμως ήταν πάντα δίπλα του οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, να τον κοιμίσει και να του δώσει ένα πιάτο φαί. Κι ας έτρεμε το φυλλοκάρδι της μην πλακώσει η αστυνομία, ήταν χοντρή και βραδυκίνητη, δεν θα ξέφευγε. Προτιμούσε όμως να την πάρουν εκείνη μέσα απ’ ότι το γιο της.

 Ο Μιχάλης μπαινόβγαινε φυλακή συχνά. Όποτε οι μπάτσοι είχαν εντολές να μαζέψουν τους εμπόρους, έσκαγαν μύτη στο Πάρκο Ειρήνης και Φιλίας στο κέντρο των Χανίων και μάζευαν τα ‘πρεζάκια’. Πάντα έτσι δεν γίνεται άλλωστε;

 Έμπαινε για λίγο και ξανάβγαινε. Το ίδιο και με τα προγράμματα απεξάρτησης. Γιατί μόλις τέλειωνε το πρόγραμμα κι οι αδερφές κι η μάνα πίστευαν ότι αυτή η φορά ήταν η τελευταία, μόλις επέστρεφε στο πέτρινο σπίτι στο χωριό που τόσο αγαπούσε, μόλις αποφάσιζε να ξανα-λειτουργήσει το καφενείο του πατέρα του, τότε έσκαγαν μύτη οι νταβατζήδες από τα παλιά. Τον απειλούσαν και με λόγια και με πράξεις… Και τότε ο Μιχάλης ξαναγύριζε… στα σκατά…

 Δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Άντεξε όμως 30 και χρόνια. Κι αυτό επειδή του συμπαραστάθηκαν οι αδερφές του κι η μάνα του. Γιατί δεν ντράπηκαν να μιλήσουν για την αρρώστια του, δεν την έκρυψαν κάτω από το χαλί. Γιατί η μεγάλη του βρήκε σπίτι απέναντι από το δικό της για να τον προσέχει και πλήρωναν όλες μαζί το νοίκι. Γιατί δεν ντρέπονταν να παρακαλέσουν το φαρμακοποιό να τους δώσει υπνωτικά-υποκατάστατα, δεν ντράπηκαν να αμαυρώσουν τη φήμη τους, μιας και ήταν όλες κυρίες της ‘καλής κοινωνίας’. Γιατί όταν μεθυσμένος από τη ρακί πήγε να σκοτώσει έναν από τους γαμπρούς του, μόνο πρόσκαιρα του θύμωσαν, αν μπορεί κανείς να το πει θυμό αυτό. Μετά τον συγχώρεσαν όχι μόνο επειδή ήταν άρρωστος αλλά γιατί ήξεραν πόσο τους αγαπούσε όλους και κυρίως τα ανίψια του.

 Ο Μιχάλης, ένα παιδί που τον αγαπούσαν όλοι όσοι τον γνώριζαν και κανείς δεν έλεγε παρά μόνο τι ψυχούλα ήταν, πέθανε ένα βράδυ. Εκεί στο σπίτι στο χωριό του, τον βρήκαν μόνο ένα πρωί κι είπαν ότι πέθανε στον ύπνο. Είπαν κάποιοι ότι πήγε να μαζέψει τα φύλλα από ένα γλαστράκι που είχε κρύψει ανάμεσα στα κλαδιά μιας χαρουπιάς. Κάποιοι είπαν ότι τις τελευταίες μέρες έρχονταν διάφοροι περίεργοι τύποι και τον έψαχναν.

 Γιατί δεν έπινε μόνο τσιγάρα… 

Δεν με νοιάζει. Εμένα μου λείπει. Τον αγαπάω. Δεν περνάει μέρα να μην τον σκέφτομαι. Απ΄ όταν τον γνώρισα που θυμάμαι ότι μύριζε περίεργα και μου είπανε ότι είναι το τσιγάρο αλλά δεν μου είπανε ποιο τσιγάρο… μέχρι σήμερα.

 ΥΓ: Του το χρωστάω εδώ και καιρό…

 Για τα ναρκωτικά δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις και αυθεντίες…. Όποιος πιστεύει ότι με οποιοδήποτε τρόπο θα αποξενώσει τους χρήστες από την κοινωνία, μάλλον δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει γύρω του… 

6 σχόλια:

ikor είπε...

Πολύ συγκινητική η ιστορία. Δυστυχώς όλοι έχουμε παρόμοιες να διηγηθούμε. Αλλά εσύ την είπες τόσο γλυκά...

Η Κρητική οικογένεια είναι απ' τα τελευταία προπύργια στο Νησί. Αλλά δυστυχώς η οικογένεια δεν αρκεί στο πρόβλημα αυτό. Χρειάζεται και τόλμη από τους "αρμόδιους".

Καλό βράδυ Έλλη!

nikkos είπε...

Πολύ καλό Έλλη

cinderella είπε...

Απίστευτο πόστ.
Μπράβο ρε Έλλη!
Συνταρακτικό...ειλικρινά.

ellie είπε...

ikor, αν έχουμε όλοι να πούμε κάτι και δεν το λέμε τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας. Γι αυτά τα θέματα οφείλουμε να μιλάμε δημόσια, παντού, να μην τα κρύβουμε. Μόνο έτσι θα αλλάξουμε τα μυαλά του κόσμου, θα διαμορφώσουμε σωστές συνειδήσεις και θα περιορίσουμε ανάλογα φαινόμενα!
Αν ξέρεις κάτι ανάλογο σε προκαλώ (!) κι εσένα κι όσους bloggers το επιθυμούν, να την εξιστορήσουν.
:-)
Να μιλήσουμε μπας και γίνει κάτι!

ellie είπε...

nikko, thanks, μακάρι να μην την ήξερα κι εγώ... αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι το να μαθαίνουμε από τα παραδείγματα των άλλων είναι πολύ σημαντικό

ellie είπε...

cinderella δεν ξέρω αν είναι συγκινητικό. εγώ πάντως ξαλάφρωσα, το όφειλα σε πολλούς!
φιλάκια! να σαι καλά